ανακόπτω


ανακόπτω
ανακόπτω, ανέκοψα βλ. πίν. 11

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀνακόπτω — drive back pres subj act 1st sg ἀνακόπτω drive back pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακόπτω — (Α ἀνακόπτω) σταματώ, αναχαιτίζω, συγκρατώ αρχ. 1. σπρώχνω προς τα πίσω, απωθώ, αποκρούω 2. (για πλοία) αλλάζω πορεία, κατεύθυνση 3. κάνω ανακοπή (π. χ. βουλεύματος). [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + κόπτω. ΠΑΡ. ανακοπή νεοελλ. ανακοπτικός] …   Dictionary of Greek

  • ἀνακόπτεσθε — ἀνακόπτω drive back pres imperat mp 2nd pl ἀνακόπτω drive back pres ind mp 2nd pl ἀνακόπτω drive back imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακόπτῃ — ἀνακόπτω drive back pres subj mp 2nd sg ἀνακόπτω drive back pres ind mp 2nd sg ἀνακόπτω drive back pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακεκομμένον — ἀνακόπτω drive back perf part mp masc acc sg ἀνακόπτω drive back perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακεκομμένων — ἀνακόπτω drive back perf part mp fem gen pl ἀνακόπτω drive back perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακοπτομένων — ἀνακόπτω drive back pres part mp fem gen pl ἀνακόπτω drive back pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακοπτόμενον — ἀνακόπτω drive back pres part mp masc acc sg ἀνακόπτω drive back pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακοπέντα — ἀνακόπτω drive back aor part pass neut nom/voc/acc pl ἀνακόπτω drive back aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακοπέντων — ἀνακόπτω drive back aor part pass masc/neut gen pl ἀνακόπτω drive back aor imperat pass 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)